ἐτῆρος

ἐτήρ
one year old
masc gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αμφιέτηρος — ἀμφιέτηρος, ον (Α) ο αμφιετής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφι * + ετηρος < ἔτος (πρβλ. τρι έτηρος)] …   Dictionary of Greek

  • πολυέτηρος — και επικ. τ. πουλυέτηρος ον, Α ο πολυετής. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + έτηρος (< ἔτος), πρβλ. τρι έτηρος] …   Dictionary of Greek

  • τριέτηρος — ον, Α 1. τριετής 2. αυτός που γίνεται κάθε τρίτο έτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρι * + έτηρος (< ἔτος), πρβλ. πολυ έτηρος] …   Dictionary of Greek

  • δεκέτηρος — δεκέτηρος, ον (Α) ο δεκετηρικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < δέκα + ετ ηρος (πρβλ. τρι έτηρος)] …   Dictionary of Greek

  • δεκαέτηρος — δεκαέτηρος, ον (Α) 1. αυτός που έχει διάρκεια δέκα ετών 2. «χρόνος δεκαέτηρος» διάστημα χρονικό δέκα ετών. [ΕΤΥΜΟΛ. < δέκα + ετηρος < έτος (πρβλ. τριέτηρος)] …   Dictionary of Greek

  • διετηρίς — διετηρίς, η (Α) διετία*. [ΕΤΥΜΟΛ. < δι (< δύο) + ετηρίς < ετηρος < έτος (πρβλ. δεκέτηρος, πεντέτηρος)] …   Dictionary of Greek

  • ενναέτηρος — ἐνναέτηρος, ον (AM) εννεαετής*. [ΕΤΥΜΟΛ. < εννέα + ετηρος < έτος + ηρος*] …   Dictionary of Greek

  • πενταέτηρος — και πενθέτηρος, ον, Α (ποιητ. τ.) 1. αυτός που έχει ηλικία πέντε ετών, πενταετής 2. πενταετηρικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < πεντα * + έτ ηρος (< ἔτος), πρβλ. δεκα έτηρος] …   Dictionary of Greek

  • πενταετηρίδα — η / πενταετηρίς, ίδος και πεντετηρίς και αιολ. τ. πεμπέτηρις, Α 1. χρονικό διάστημα πέντε χρόνων, η πενταετία 2. η πέμπτη επέτειος ενός σημαντικού γεγονότος 3. η γιορτή που γίνεται με την ευκαιρία τής συμπλήρωσης πέντε χρόνων αρχ. ως επίθ. αυτός… …   Dictionary of Greek

  • πεντεκαιδεκαετηρίς — ίδος, ἡ, ΜΑ (ως ουσ. και ως επίθ.) χρονική περίοδος δεκαπέντε ετών. [ΕΤΥΜΟΛ. < πεντεκαίδεκα «δεκαπέντε» + ετηρίς (< έτηρος < ἔτος), πρβλ. πεντα ετηρίς] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.